νοθεύσεις


νοθεύσεις
νόθευσις
adulteration
fem nom/voc pl (attic epic)
νόθευσις
adulteration
fem nom/acc pl (attic)
νοθεύω
corrupt
aor subj act 2nd sg (epic)
νοθεύω
corrupt
fut ind act 2nd sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • κρασί — Ποτό που παράγεται από την ολική ή μερική αλκοολική ζύμωση του μούστου (γλεύκους) των νωπών σταφυλιών. Από χημική άποψη, το κ. είναι ένα μείγμα από 85 90% νερό, 5 14% αιθυλική αλκοόλη (οινόπνευμα) και από άλλες ουσίες, που προσδίδουν τα… …   Dictionary of Greek